Skip to main content Scroll Top
photo-1611673982501-93cabee16c77

Γράφει η Στυλιανή Παταβούκα, Φοιτήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας

 

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΗ.   ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΟΝΗ.

 

Ο κύκλος της βίας

Η ενδοοικογενειακή κακοποίηση συχνά περιγράφεται ως ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος βίας. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες, ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει διακριτές φάσεις. Αρχικά εμφανίζεται η φάση δημιουργίας έντασης, κατά την οποία μικρές ή φαινομενικά ασήμαντες αφορμές πυροδοτούν επιθετική ή ελεγκτική συμπεριφορά. Ακολουθεί η φάση της έκρηξης, όπου εκδηλώνεται η κακοποίηση, σωματική, λεκτική ή ψυχολογική. Σε αυτό το στάδιο το θύμα συχνά αντιλαμβάνεται ότι η επικοινωνία με τον δράστη δεν είναι εφικτή και επιλέγει είτε να απομακρυνθεί είτε να σιωπήσει. 

Έπειτα παρατηρείται η φάση της συμφιλίωσης ή “μήνας του μέλιτος”, κατά την οποία η ένταση υποχωρεί. Ο δράστης μπορεί να εκφράσει μεταμέλεια, να υποσχεθεί αλλαγή ή να αποδώσει την ευθύνη σε εξωτερικούς παράγοντες ή στο ίδιο το θύμα. Το θύμα, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της ηρεμίας, συχνά πείθει τον εαυτό του ότι το περιστατικό δε θα επαναληφθεί. Πρόκειται για κρίσιμη στιγμή, καθώς ενισχύει τον συναισθηματικό δεσμό και δυσκολεύει την αποδέσμευση από τη σχέση. Έτσι η κακοποιητική συμπεριφορά εκλαμβάνεται ως τρόπος διαχείρισης συγκρούσεων ή ως μορφή “επικοινωνίας”, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνεται.

 

Ερμηνείες της σιωπής

Η σιωπή των θυμάτων δεν αποτελεί απλή επιλογή, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων.

1. Υποτίμηση της μη σωματικής βίας

Σε περιπτώσεις χρόνιας λεκτικής ή ψυχολογικής κακοποίησης, συχνά επικρατεί η λανθασμένη αντίληψη ότι αφού δεν υπάρχει χειροδικία, δεν πρόκειται για πραγματική βία. Έτσι, οι μορφές αυτές υποβαθμίζονται και δεν αναγνωρίζονται ως σοβαρές. Ωστόσο, η σωματική βία συνήθως αποτελεί την κορύφωση μιας ήδη εγκατεστημένης ψυχολογικής και λεκτικής κακοποίησης. Η αντίληψη ότι «υπάρχουν και χειρότερα» οδηγεί σε κανονικοποίηση της βίας και συμβάλλει στην κοινωνική και προσωπική αποσιώπηση των εμπειριών του θύματος.

2. Χειριστική συμπεριφορά του δράστη

Ο δράστης συχνά χρησιμοποιεί λόγο συναισθηματικά φορτισμένο ή χειριστικό («συμβαίνουν αυτά», «δεν θα ξαναγίνει», «με προκάλεσες», «σε αγαπώ») προκειμένου να μειώσει τη σοβαρότητα του περιστατικού και να διατηρήσει τον έλεγχο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η ευθύνη μετατοπίζεται από τον δράστη στο θύμα. Το θύμα μπορεί να αισθανθεί ενοχή ή συνυπευθυνότητα, γεγονός που ενισχύει τη σιωπή και οδηγεί σε επαναθυματοποίηση.

3. Φόβος απέναντι στις συνέπειες της αποκάλυψης

Πολλά θύματα διστάζουν να μιλήσουν ή να καταγγείλουν την κακοποίηση, επειδή φοβούνται ότι δεν θα γίνουν πιστευτά ή ότι δεν θα μπορέσουν να αποδείξουν όσα έχουν υποστεί. Η διαδικασία καταγγελίας μπορεί να συνεπάγεται αναβίωση τραυματικών εμπειριών ή ακόμα και δημιουργία στίγματος-ιδίως σε επαρχιακούς τόπους. Η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και ο φόβος της έκθεσης αναδεικνύουν ένα ευρύτερο κοινωνικό έλλειμμα: την ανάγκη για δομές που διασφαλίζουν προστασία, υποστήριξη και σεβασμό προς τα θύματα. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς συμβάλλει και στη μείωση του «σκοτεινού αριθμού» της εγκληματικότητας, δηλαδή των περιστατικών που δεν καταγγέλλονται.

4. Εσωτερίκευση κοινωνικών στερεοτύπων

Κοινωνικές αντιλήψεις που σχετίζονται με το φύλο, τον ρόλο μέσα στην οικογένεια ή την «ανεκτικότητα» στη σχέση μπορούν να λειτουργήσουν ανασταλτικά στην αποκάλυψη της βίας. Οι προσδοκίες για το «πώς πρέπει» να συμπεριφέρεται κάποιος μέσα σε μια σχέση ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποδοχή ή ανοχή κακοποιητικών συμπεριφορών. Οι αντιλήψεις-προκαταλήψεις αυτές αποτελούν προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών συνθηκών και δεν ανταποκρίνονται απαραίτητα στις σύγχρονες αρχές ισότητας και ατομικών δικαιωμάτων.

Συμπέρασμα

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση που αφορά μόνο όσους τη βιώνουν. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που μας αφορά όλους. Κάθε μορφή κακοποίησης, ακόμη και εκείνη που δεν αφήνει ορατά σημάδια, είναι πραγματική και έχει συνέπειες. Δεν είναι εύκολη η παραδοχή της ύπαρξης κακοποίησης. Ακόμη δυσκολότερη είναι η συζήτηση με σκοπό τον τερματισμό της. Συχνά συνοδεύεται από φόβο, αμφιβολία και ενοχές. Ωστόσο, ακόμη και η πιο μικρή κίνηση προς την κατεύθυνση της βοήθειας, μια συζήτηση με ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης, μια αναζήτηση υποστήριξης, μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας αλλαγής.

Η ευθύνη δεν ανήκει ποτέ στο θύμα. Ανήκει σε μια κοινωνία που οφείλει να ακούει, να στηρίζει και να προστατεύει. Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η φωνή των θυμάτων γίνεται σεβαστή και πιστευτή δεν είναι απλώς ζητούμενο — είναι αναγκαιότητα.

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΕΞΟΔΟΣ.  ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΗ.   ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΟΝΗ.

 

ΠΗΓΕΣ

Αρτινοπούλου, Β. (2006). Ενδοοικογενειακή βία: Θεωρητικές προσεγγίσεις και κοινωνικές διαστάσεις. Νομική Βιβλιοθήκη.

Αρτινοπούλου, Β. (2004). Αιμομιξία. Νομική Βιβλιοθήκη.

Διοτίμα – Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας. (n.d.). Ενημερωτικό υλικό για την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία.

Επιμέλεια κειμένου Τζίμου Σταυρούλα