Οικογένειες θυμάτων βίας | Γιατί και πώς χρειάζονται τη στήριξή μας

pexels-pixabay-265702

Γράφει η Αναστασία Ζαμπέτη-Κίτσου, φοιτήτρια Ψυχολογίας

Οι ζωές μας κατακλύζονται καθημερινά από αλλεπάλληλα περιστατικά βίας που καταλήγουν σε θάνατο, προκαλώντας μας θλίψη και αγανάκτηση. Στην προσπάθειά μας να αφουγκραστούμε τον απόηχο των γεγονότων, επικεντρωνόμαστε συχνά στο θύτη και το θύμα, καθώς και στα όσα οδήγησαν στην τραγική κατάληξη. Τι συμβαίνει όμως με τις οικογένειες των θυμάτων που μένουν πίσω; Με τους γονείς και τα αδέλφια που έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με τον πόνο μιας αναπάντεχης απώλειας; Πρόκειται για πρόσωπα υπαρκτά, που βρίσκονται στο προσκήνιο και βιώνουν τις πολλαπλές επιπτώσεις του θρήνου. Άνθρωποι που χρειάζονται τη στήριξη και τη συμπαράστασή μας για την ενίσχυση της ψυχικής τους ανθεκτικότητας, ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην –νέα πια- πραγματικότητα.

Τι πραγματικά βιώνουν οι συγγενείς των θυμάτων και πώς μπορούμε να παρέχουμε στήριξη αποτελεσματικά;

Σε προσωπικό επίπεδο, τα μέλη της οικογένειας του θύματος, έρχονται αντιμέτωπα με ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών αντιδράσεων, άρνησης, θλίψης, ενοχής, θυμού, οργής, αγανάκτησης και φόβου. Η πρώτη αντίδραση στο τραύμα είναι σωματικής φύσεως, όπου ο οργανισμός προετοιμάζεται για “πάλη ή φυγή”. Συγγενείς θυμάτων έχουν αναφέρει πως νιώθουν σοκ, μούδιασμα, αποπροσανατολισμό, αυξημένους καρδιακούς παλμούς, ευερεθιστότητα, κρίσεις πανικού, ακόμη και την ανάγκη για συνεχές κλάμα ή την ανικανότητα να κλάψουν. Αντιδράσεις αναμενόμενες, δεδομένου ότι η ζωή τους αλλάζει δραματικά μέσα σε μια στιγμή και καλούνται να αποδεχτούν μια πραγματικότητα χωρίς το αγαπημένο τους πρόσωπο. Οι ψυχικές και σωματικές επιπτώσεις του τραύματος είναι ποικίλες, με τα αισθήματα αδυναμίας, κατάθλιψης, καθώς και τις τάσεις απομόνωσης από τον κοινωνικό περίγυρο, να αποτελούν τις πιο συνηθισμένες.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η οικογένεια δεν λαμβάνει πάντα τη συμπαράσταση του κόσμου, όπως εύλογα θα περίμενε κανείς. Τα μέλη στιγματίζονται και αποκτούν μια νέα ταυτότητα, αυτή της οικογένειας του θύματος”. Μάλιστα, συχνά γίνονται αποδέκτες της άδικης κριτικής του κόσμου, για το ότι “δε θρηνούν όσο θα έπρεπε”, “δεν έδρασαν γρήγορα στα προειδοποιητικά σημάδια”, και “δεν ήταν ικανά να προστατέψουν” το αγαπημένο τους πρόσωπο, για να αποτρέψουν ό,τι συνέβη. Οι κατηγορίες αυτές, όπως είναι φυσικό, ενισχύουν τις τύψεις και τα συναισθήματα ενοχής της οικογένειας, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο την επούλωση του τραύματος.

Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως η οικογένεια θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη και με το νομικό πλαίσιο, σε μια προσπάθεια να αποδώσει δικαιοσύνη στη μνήμη του θύματος. Μέσα από πρωτόγνωρες και στρεσογόνες διαδικασίες, οι συγγενείς καλούνται όχι μόνο να αναβιώσουν το τραυματικό γεγονός, αλλά να έρθουν σε επαφή με το θύτη και ενδεχομένως να μάθουν πληροφορίες για το συμβάν που δε γνώριζαν. Ειδικότερα, αν η υπόθεση γίνει ευρέως γνωστή, είναι πολύ πιθανό να προσελκύσει το ενδιαφέρον των media. Στην περίπτωση αυτή, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης μπορεί να παρουσιάσουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων και της προσωπικότητας του θύματος και να οδηγήσουν στη διασπορά ψευδών ειδήσεων. Με τον τρόπο αυτό, ο θρήνος της οικογένειας παραβιάζεται και γίνεται πλέον δημόσιος. Η οικογένεια πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, αλλά και την καθημερινή έκθεσή της σε ένα πλήθος αγνώστων.

Αντιλαμβανόμαστε επομένως ότι η στήριξη στις οικογένειες των θυμάτων και η δημιουργία ενός υποστηρικτικού δικτύου είναι κομβική. Ειδικότερα, είναι σημαντικό να:

  • δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον ασφάλειας, εμπιστοσύνης, κατανόησης και ενσυναίσθησης. 
  • υπενθυμίζουμε πάντοτε ότι όλα τα συναισθήματα είναι αποδεκτά και δεν υπάρχει “σωστός” και “λάθος” τρόπος στο βίωμα του θρήνου. Ορισμένοι άνθρωποι εκφράζουν τη θλίψη τους μέσα από το κλάμα κι άλλοι βουβά και κανένας δεν πρέπει να νιώθει πίεση να ακολουθεί έναν “κοινωνικά αποδεκτό τρόπο έκφρασης”.
  • μην δίνουμε συμβουλές όπως “μείνε δυνατός” γιατί μπορεί άθελά μας να επιφέρουμε συγκάλυψη συναισθημάτων, γεγονός που θα καθυστερήσει την ψυχολογική τους αποκατάσταση.
  • ενθαρρύνουμε τα μέλη να βιώσουν όλα τα συναισθήματα, χωρίς να αποφεύγουν τον πόνο. Το να είναι κανείς θλιμμένος για την απώλεια του αγαπημένου του είναι απόλυτα φυσιολογικό.
  • ρωτάμε πάντα πώς μπορούμε να βοηθήσουμε, χωρίς να υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τον τρόπο. Κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδική προσωπικότητα, που απαιτεί διαφορετική διαχείριση. 
  • είμαστε ανοιχτοί και διαθέσιμοι στα αιτήματα των μελών, όποια και αν είναι αυτά.
  • αποκαλούμε το θανόντα με το όνομά του, όχι ως “θύμα” βίας.
  • δίνουμε χώρο και χρόνο στα μέλη, να μην τα ωθούμε στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων τους, αν δεν νιώθουν έτοιμα. 
  • μην τονίζουμε ότι η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου είναι ένα γεγονός που θα επιφέρει αλλαγές στη ζωή τους. Έτσι, ενδέχεται να έρθουν στην επιφάνεια στοιχεία του χαρακτήρα τους που δεν υπήρχαν πριν την απώλεια. Κάποιοι μπορεί να γίνουν απαθείς, ενώ άλλοι ευερέθιστοι. 
  • ενθαρρύνουμε την οικογένεια να συμμετάσχει –όταν αισθανθεί έτοιμη- σε ομάδες υποστήριξης ατόμων που η βία τους στέρησε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουν να μοιραστούν το βίωμά τους και να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι. 

Αδιαμφισβήτητα, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, είναι μια ανοιχτή πληγή στη ζωή κάθε ανθρώπου, που κανείς δε μπορεί να επουλώσει. Άλλοι ισχυρίζονται ότι η θλίψη δε μετριάζεται ποτέ και άλλοι ότι ο χρόνος λειτουργεί θεραπευτικά. Ένα είναι όμως βέβαιο: Η συμπαράσταση, η στήριξη και η ενσυναίσθηση είναι τα μέσα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να βοηθήσουμε όσους το έχουν ανάγκη. Ας τα αξιοποιήσουμε σωστά!

Πηγές: b/3cdn.net, ovc.ojp.gov