Το φαινόμενο του παρατηρητή

to_fainomeno_tou_paratiriti

Γράφει η Νίκη Φαρδιά, φοιτήτρια Ψυχολογίας

Πόσες φορές άκουσες για αιματηρά περιστατικά βίας που εκτυλίχθηκαν καταμεσής του δρόμου; Πόσες φορές έχεις αναρωτηθεί γιατί κανείς από όσους ήταν παρόντες σε μία σκηνή βίας ή την άκουγαν να συμβαίνει δεν επενέβη; Πόσες φορές εσύ ο ίδιος βρέθηκες σε αμηχανία για το πώς να αντιδράσεις σε τέτοια περιστατικά; Όταν ένας γονιός βρίζει το παιδί του στο δρόμο; Όταν κάποιος άνδρας χαστουκίζει τη σύντροφό του; Όταν μια παρέα παιδιών επιτίθεται σε έναν συνομήλικό του;

Το φαινόμενο αυτό έχει μελετηθεί και στην πραγματικότητα μιλάμε για το “bystander effect”, “το φαινόμενο του αμέτοχου παρατηρητή”. Όταν γίνεται λόγος εδώ για παρατηρητή αναφερόμαστε στο άτομο εκείνο που με οποιονδήποτε τρόπο αντιλαμβάνεται το περιστατικό βίας. Μπορεί να είναι παρών να το βλέπει ή να το ακούει από μακριά, ή απλά να γνωρίζει μια κατάσταση. Παρατηρείται ότι η ύπαρξη κι άλλων ανθρώπων που γνωρίζουν, αποθαρρύνει ένα άτομο από το να παρέμβει σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενάντια σε έναν νταή ή κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης ή άλλου εγκλήματος. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των παρευρισκόμενων, τόσο λιγότερο πιθανό είναι για οποιονδήποτε από αυτούς να παρέχει βοήθεια σε ένα άτομο που βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να κάνουν κάτι όταν υπάρχουν λίγοι ή καθόλου άλλοι μάρτυρες παρόντες.

Αρχικά, είναι φυσικό για τους ανθρώπους να παγώνουν ή να καταβάλλονται από τρόμο όταν βλέπουν κάποιον να βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή να δέχεται επίθεση. Αυτή είναι συνήθως μια αντίδραση στο φόβο – ο φόβος ότι είναι πολύ αδύναμοι για να βοηθήσουν, ότι μπορεί να περιπλέξουν χειρότερα την κατάσταση, ή ακόμα και ότι η παρέμβαση θα θέσει τη ζωή τους σε κίνδυνο.

Δεύτερον, η παρουσία άλλων ανθρώπων δημιουργεί μια διάχυση ευθύνης. Επειδή υπάρχουν και άλλοι παρατηρητές, τα άτομα δεν αισθάνονται τόσο μεγάλη πίεση για να αναλάβουν δράση. Η ευθύνη για δράση θεωρείται ότι κατανέμεται μεταξύ όλων των παρευρισκόμενων. 

Ο τρίτος λόγος είναι η ανάγκη να συμπεριφερθούμε με σωστούς και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους. Όταν οι άλλοι παρατηρητές δεν μπαίνουν στη διαδικασία να αντιδράσουν, τα άτομα συχνά εκλαμβάνουν αυτό ως ένδειξη ότι το να δράσουν δεν είναι απαραίτητο ή είναι ακόμα και ακατάλληλο. Κατά τη διάρκεια τέτοιων στιγμών, οι άνθρωποι συχνά κοιτάζουν άλλους στην ομάδα για να καθορίσουν τι είναι κατάλληλο. Όταν βλέπουν ότι κανείς άλλος δεν αντιδρά, αυτό δίνει ένα μήνυμα ότι ίσως δεν απαιτείται καμία ενέργεια.

Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζει και η ασάφεια. Επειδή ακριβώς μια παρέμβαση σε μία διαμάχη σε κάθε περίπτωση μοιάζει ριψοκίνδυνη και δεν μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο του πώς θα εξελιχθεί, θέλουμε να είμαστε σίγουροι για το τι συμβαίνει πριν δράσουμε. Έτσι, ένα από τους λόγους που ένας παρατηρητής ακινητοποιείται προκύπτει επειδή σκέφτεται πως μπορεί να παρεξήγησε το πλαίσιο και να αντιλαμβάνεται κάτι ως απειλή, ενώ κάτι τέτοιο δεν υφίσταται.

Αυτή η στάση απάθειας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα πλαίσια ή καταστάσεις. Συμβαίνει μεταξύ γειτόνων, μεταξύ συμμαθητών, μεταξύ συνεργατών, αγνώστων και όποια άλλη συνθήκη. Δεν λέμε πως είναι η μία και μοναδικά σταθερή αντίδραση. Αλλά είναι συχνότατο φαινόμενο. Φαίνεται μάλιστα ανά περίπτωση να επηρεάζεται και από καταστασιακούς παράγοντες. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη σεξουαλική επίθεση κατά των γυναικών, έρευνες έχουν δείξει ότι οι μάρτυρες που είναι άνδρες και έχουν σεξιστικές στάσεις ή βρίσκονται υπό την επήρεια ναρκωτικών ή αλκοόλ, είναι λιγότερο πιθανό να βοηθήσουν ενεργά μια γυναίκα που φαίνεται ανίκανη να συναινέσει στη σεξουαλική δραστηριότητα. Παρομοίως, όταν κάποιος βλέπει ένα συμμαθητή του να πέφτει θύμα σχολικού εκφοβισμού είναι πιο πιθανό να παρέμβει, αν ο ίδιος είναι ένα κοινωνικό ή και διεκδικητικό άτομο.

Αξίζει να αναφερθεί πως η παρουσία πλήθους γύρω μας μπορεί να έχει και αντίστροφα αποτελέσματα. Αναλογιζόμενοι την κριτική που μπορεί να λάβουμε για την απάθειά μας, είναι πιθανό να δράσουμε υπερασπιστικά. Επιπλέον, μπορεί επιθυμώντας να ενισχύσουμε τη θετική κοινωνική μας εικόνα να θεωρήσουμε ότι είναι καλό να μας δουν να βοηθάμε αυτόν που το έχει ανάγκη.

Εάν ένας παρατηρητής μπορεί να βοηθήσει κάποιον χωρίς να διακινδυνεύσει τη ζωή του και επιλέξει να μην το κάνει, συνήθως θεωρείται ηθικά ένοχος. Δεν τίθεται φυσικά ζήτημα νομικής υποχρέωσης να βοηθήσει, αλλά εν τέλει είναι θέμα ανθρωπιάς. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε στο μυαλό μας είναι ότι είναι απολύτως λογικό να μην ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε στη βία, αλλά με λίγο θάρρος μπορούμε να αλλάξουμε τη ζωή κάποιου που θυματοποιείται!

Πηγή:

www.psychologytoday.com

www.verywellmind.com