Victim blaming | Ένα φαινόμενο που πρέπει να εξαλειφθεί

victim blaming

Γράφει η Δήμητρα Χαρτοφύλη

Τα περιστατικά βίας και κακοποίησης δυστυχώς, τον τελευταίο καιρό, αντί να παρουσιάζουν ύφεση γίνονται ολοένα και περισσότερα. Στην πλειονότητά τους τα περιστατικά αυτά έχουν ως θύματα γυναίκες και νεαρά κορίτσια, ανυποψίαστα άτομα, που ήρθαν αντιμέτωπα με τις κακόβουλες επιθυμίες επιτήδειων.

Συνήθως τα περιστατικά αυτά αποτελούν κακουργηματικές πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης ή κακοποίησης, αλλά και ψυχολογικής βίας. Σε κάθε περίπτωση, το θύμα τραυματίζεται, είτε εμφανώς, αναγνωρίζοντας τα έκδηλα σωματικά σημάδια, είτε μη εμφανώς, σε ψυχολογικό επίπεδο, όπου καθίσταται πιο δύσκολη η ίαση.

Όταν λαμβάνει χώρα ένα κακοποιητικό συμβάν πολλοί σπεύδουν να κατηγορήσουν το θύμα. Κάποιοι εξαπολύουν τις κατηγορίες τους άμεσα κι άλλοι κάνουν ενδόμυχες σκέψεις, οι οποίες ενέχουν το στοιχείο της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης για το τι πραγματικά συνέβη, χωρίς ωστόσο να τις εξωτερικεύσουν.

Σε κάθε περίπτωση, είτε οι απόψεις ακούγονται ανοιχτά, είτε αποτελούν εσωτερικευμένες πεποιθήσεις, παρουσιάζεται το φαινόμενο του “victim blaming”. Πρόκειται για μια έννοια, με την οποία δεν είναι εξοικειωμένος πολύς κόσμος, αν και έχει εξέχουσα σημασία.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό κι από το όνομα, victim blaming συμβαίνει κάθε φορά που το θύμα κατηγορείται για την κακουργηματική πράξη σαν να ήταν εκείνο ο δράστης. Με απλά λόγια, το θύμα θεωρείται μερικώς ή ολικώς υπεύθυνο για την βλάβη που προκλήθηκε στο ίδιο. Ως επί το πλείστον το φαινόμενο του victim blaming συναντάται σε εγκλήματα σεξουαλικής μορφής.

Τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από φράσεις “Τι γύρευε εκεί;”, “Ήθελε και τα έπαθε”, “Πήγαινε γυρεύοντας”, “Έπρεπε να προσέχει”, κι άλλες παρόμοιες που έχουν ως μοναδικό αποδέκτη το θύμα, επιρρίπτοντάς του την ευθύνη για το συμβάν. Είναι άκρως καταστροφικό για την ψυχική ευημερία του θύματος να πρέπει να έρθει αντιμέτωπο με τις “ευθύνες” που το βαραίνουν, έπειτα από ένα ειδεχθές γεγονός και μάλιστα, σαν να έφταιγε εκείνο.

Είναι ακόμα πιο σύνηθες να θεωρείται πως το θύμα ψεύδεται ή ότι έχει να αποκομίσει κάτι από το γεγονός, ενώ πολλές φορές πιστεύεται πως υπερβάλλει. Για αυτό τον λόγο χρειάζεται να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες και να βρεθεί υπόλογο απέναντι σε όσους δυσπιστούν, αναζητώντας την απόδοση της δικαιοσύνης.

Είναι παραπάνω από ευνόητο πως κανένας άνθρωπος δεν αποζητά τη βία σε βάρος του, επομένως οι φράσεις “πήγαινε γυρεύοντας” και “τα ήθελε και τα έπαθε” δε δύναται να ευσταθούν. Ένας από τους πιθανότερους λόγους που τα θύματα αντιμετωπίζονται με κακεντρέχεια αποτελεί η δυσκολία της διαχείρισης ενός τέτοιου συμβάντος.

Ίσως, γιατί κάποιοι έχουν γαλουχηθεί με στερεοτυπικά πρότυπα για τα φύλα και θεωρούν πως υπάρχει μια σχέση εξουσίας – υποταγής ή ίσως, η αιτία είναι βαθύτερη, όπου καθίσταται δύσκολο να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτό πως ένας άνθρωπος βλάπτει ένα συνάνθρωπό του εκούσια, επιθυμώντας να του προκαλέσει σωματικά ή και ψυχικά τραύματα για ίδιον όφελος.

Ο φόβος που κυριαρχεί για το αν το θύμα θα γίνει πιστευτό κι αν στο τέλος θα δικαιωθεί είναι δεδομένος. Για αυτό και πολλά από τα βίαια περιστατικά δεν καταγγέλλονται ποτέ, με αποτέλεσμα οι δράστες να παραμένουν ατιμώρητοι, συνεχίζοντας ακάθεκτοι την εγκληματική τους δράση. Με τον τρόπο αυτό και σε συνδυασμό με τα ποικίλα συναισθήματα του θύματος, δεν έρχονται στο φως αρκετά περιστατικά, δημιουργώντας ξάφνιασμα και αμφιβολίες στο άκουσμά τους.

Κι όμως, η βία υπάρχει! Κι όταν το θύμα αποφασίσει να μιλήσει οφείλουμε όλοι να ακούσουμε την εμπειρία του, στηρίζοντάς το και απαγκιστρώνοντάς το από τυχόν ευθύνες που θεωρεί -ή κάποιοι θεωρούν ότι φέρει. Οφείλουμε να ενημερωνόμαστε σωστά για τα περιστατικά βίας και να ευαισθητοποιούμαστε, προκειμένου να μη διαιωνίζονται τέτοιου είδους κουλτούρες. Το θύμα είναι θύμα και δεν φταίει για την κακοποίησή του!

Πηγές:  newsbeast.gr

lifo.gr