Γράφει η Χριστιάννα Αντωνοπούλου Τεσσέρη, Φοιτήτρια Κοινωνικής Πολιτικής
Η ραγδαία εξάπλωση των εφαρμογών γνωριμιών, όπως το Tinder, το Bumble, το Badoo και το Grindr, έχει μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνάπτουν διαπροσωπικές και ερωτικές σχέσεις. Η ευκολία χρήσης, η ανωνυμία και η αίσθηση αυτοελέγχου και ελέγχου του άλλου που προσφέρουν οι ψηφιακές πλατφόρμες φαίνεται να ενισχύουν τη δημοτικότητά τους, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές. Πίσω, όμως, από αυτή τη νέα μορφή κοινωνικότητας αναδύεται ένα πολυδιάστατο πλαίσιο κινδύνου, όπου η εικονική επαφή μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης βίαιων και εγκληματικών συμπεριφορών.
Ο μετασχηματισμός της διαπροσωπικής εμπιστοσύνης
Σύμφωνα με έρευνες, τα dating apps έχουν διαμορφώσει έναν νέο τρόπο αλληλεπίδρασης, βασισμένο σε αλγοριθμικά συστήματα που αξιοποιούν προσωπικά δεδομένα και πληροφορίες τοποθεσίας των χρηστών. Η τεχνολογική αυτή διαμεσολάβηση επηρεάζει βαθιά την έννοια της εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων. Ο χρήστης έρχεται σε επαφή με άτομα των οποίων η ταυτότητα ενδέχεται να είναι επινοημένη ή παραπλανητική, γεγονός που διαταράσσει την αίσθηση ασφάλειας και μπορεί να τον εκθέσει σε εξαπάτηση ή άλλες μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς.
Η πλασματική οικειότητα που αναπτύσσεται μέσα από συνεχείς συνομιλίες, φωτογραφίες και προσωπικές εξομολογήσεις δημιουργεί την ψευδαίσθηση ουσιαστικής γνωριμίας και αληθοφανούς διάδρασης. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιθανό να υποκρύπτονται δόλος και εγκληματικές προθέσεις.
Από την ψηφιακή διάδραση στη βία
Η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει την αυξανόμενη συσχέτιση ανάμεσα στις εφαρμογές γνωριμιών και στα περιστατικά σεξουαλικών ή σωματικών επιθέσεων, καθώς και οικονομικών απατών. Οι συχνότερες μορφές εγκληματικότητας περιλαμβάνουν επιθέσεις κατά τη διάρκεια συναντήσεων σε ιδιωτικούς χώρους — τους οποίους συχνά προτείνει ο δράστης —, τη διακίνηση και χρήση υλικού ερωτικού περιεχομένου με σκοπό τον εκβιασμό, αλλά και τα λεγόμενα romance scams, όπου ο δράστης εκμεταλλεύεται συναισθηματικά το θύμα με στόχο την απόσπαση χρημάτων.
Εξίσου σημαντικό φαινόμενο αποτελούν και οι ληστείες που διαπράττονται ύστερα από προσχηματικές γνωριμίες μέσω των εφαρμογών. Από εγκληματολογική σκοπιά, τα φαινόμενα αυτά αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία επεκτείνει το παραδοσιακό modus operandi του εγκληματία, δίνοντάς του χώρο και χρόνο να επιλέγει, να προσεγγίζει και να χειραγωγεί το θύμα του εξ αποστάσεως.
Προφίλ θυτών και θυμάτων
Μελέτες δείχνουν ότι τα θύματα εγκλημάτων που σχετίζονται με dating apps προέρχονται συχνά από ομάδες με αυξημένη κοινωνική ή ψυχολογική ευαλωτότητα. Σε αυτές περιλαμβάνονται νεαρά άτομα, γυναίκες, μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, αλλά και άνθρωποι που βιώνουν μοναξιά ή κοινωνική αποξένωση.
Οι θύτες, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζουν συχνά χαρακτηριστικά κοινωνικής ευφυΐας και υψηλής τεχνολογικής εξοικείωσης. Η διαδικασία προσέγγισης των θυμάτων βασίζεται συνήθως στη σταδιακή καλλιέργεια εμπιστοσύνης και συναισθηματικής εξάρτησης, με τελικό στόχο τη χειραγώγηση και την εκμετάλλευσή τους.
Ορισμένοι δράστες λειτουργούν μεμονωμένα, ενώ άλλοι εντάσσονται σε οργανωμένα δίκτυα διαδικτυακής απάτης με διαρκή και έντονη δραστηριότητα. Η ανωνυμία που προσφέρει το διαδίκτυο επιτρέπει συχνά την άμεση εναλλαγή ταυτοτήτων και τη δυσκολία εντοπισμού τους, γεγονός που περιπλέκει το έργο των διωκτικών αρχών και ενισχύει το αίσθημα ατιμωρησίας.
Η έννοια της ψηφιακής ευαλωτότητας
Η χρήση εφαρμογών γνωριμιών συνδέεται άμεσα με το φαινόμενο της ψηφιακής ευαλωτότητας, δηλαδή με την έκθεση του ατόμου σε κινδύνους λόγω της διαδικτυακής διάθεσης προσωπικών δεδομένων και εικόνων. Η συνεχής διαδικτυακή παρουσία και η ανταλλαγή προσωπικών πληροφοριών — όπως φωτογραφίες, τοποθεσία και προσωπικές προτιμήσεις — δημιουργούν έναν κύκλο έκθεσης που μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε εκμετάλλευση.
Παράλληλα, η κουλτούρα της ταχύτητας και της άμεσης ανταπόκρισης που χαρακτηρίζει τα dating apps μειώνει τα όρια προσοχής και ενισχύει τον εφησυχασμό απέναντι στους διαδικτυακούς κινδύνους. Ο χρήστης δρα μέσα σε ένα περιβάλλον που ενισχύει την ανάγκη κοινωνικής αποδοχής και ένταξης, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει την κριτική του σκέψη.
Θεσμική και κοινωνική διάσταση
Το νομικό πλαίσιο στις περισσότερες χώρες δεν έχει προσαρμοστεί πλήρως στις νέες μορφές εγκληματικότητας που εκδηλώνονται μέσω των dating apps. Οι ίδιες οι εταιρείες προβάλλουν πολιτικές ασφαλείας και όρους χρήσης, ωστόσο πολλές από αυτές δεν διαθέτουν επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου ή υποχρεωτικής επαλήθευσης ταυτότητας.
Η ανωνυμία παρουσιάζεται συχνά ως μορφή ελευθερίας, όμως σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί ως μέσο συγκάλυψης της εγκληματικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, αν και αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, δυσχεραίνει συχνά τη συνεργασία των πλατφορμών με τις διωκτικές αρχές, δημιουργώντας θεσμικά κενά και καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης.
Σε κοινωνικό επίπεδο, ο στιγματισμός και το victim blaming που βιώνουν τα θύματα σεξουαλικής ή οικονομικής κακοποίησης μέσω τέτοιων εφαρμογών οδηγούν συχνά στη σιωπή και στην απόκρυψη των περιστατικών. Η αποσιώπηση αυτή δυσκολεύει τόσο την επιστημονική καταγραφή του προβλήματος όσο και την πλήρη κατανόηση της έκτασης και της σοβαρότητάς του.
Η ψηφιακή σύνδεση φέρνει αναμφίβολα τους ανθρώπους πιο κοντά. Παράλληλα, όμως, αποκαλύπτει και τη σκοτεινή πλευρά της εμπιστοσύνης, υπενθυμίζοντας πως η ασφάλεια στον ψηφιακό κόσμο δεν αποτελεί δεδομένο, αλλά ένα διαρκές ζητούμενο που απαιτεί επίγνωση, προστασία και υπευθυνότητα.
Βιβλιογραφία-πηγές:
–Wolbers, H., & Dowling, C. (2024). Routine online activities and vulnerability to dating app facilitated sexual violence. Australian Institute of Criminology.
-Adolescent Use of Dating Applications and the Associations with Online Victimization and Psychological Distress. (2023). Journal of Youth Studies, 26(7), 1023–1042.
-Pooley, K., & Boxall, H. (2020). Mobile dating applications and sexual and violent offending: A review. Australian National University.