Γράφει η Χριστιάνα Αντωνοπούλου Τεσσέρη, Φοιτήτρια Κοινωνικής Πολιτικής
Λίγα λόγια για το χρονικό της υπόθεσης :
Στις 30 Σεπτεμβρίου του 2025 τα χαράματα, οι κάτοικοι μιας κατά τα άλλα ήρεμης συνοικίας στην καρδιά της Δροσιάς έγιναν μάρτυρες ενός από τα πιο βίαια περιστατικά που συνέβησαν την τελευταία περίοδο.
Όπως φαίνεται, και από τα λεγόμενα των όσων αναφέρει και οι ίδιοι στις Αρχές, εκείνο που άκουσαν ήταν «βοήθεια, κάποιος μου πυροβόλησε το πόδι». Τότε κατάλαβαν ότι επρόκειτο για κάποια εγκληματική ενέργεια και έσπευσαν να συνδράμουν.
Δράστης;
Ένας 29χρονος-αλβανικής καταγωγής-,σεφ, ο οποίος και συνελήφθη μετά από καταδίωξη του στην Ζάκυνθο τη 10η Οκτωβρίου, όπου είχε διαφύγει με τη βοήθεια ταξί, για να μην τον συλλάβουν. Ο φερόμενος ως δράστης φέρεται να εξαπέλυσε τρεις πυροβολισμούς (αφού είχε στήσει καρτέρι) τραυματίζοντας σοβαρά το θύμα του, τον 38χρονο άνδρα και πρώην σύζυγο της πρώην συντρόφου του, Ρουμανικής καταγωγής, που όπως αναφέρεται (εσφαλμένα) στα ΜΜΕ ως η «πέτρα του σκανδάλου» της επίθεσης.
Συγκλονισμένη η κοινή γνώμη:
Τελικά, όμως, τι ισχύει; Μήπως η πραγματική πέτρα του σκανδάλου ήταν η παθολογική ζήλεια(pathological jealousy) του 29χρονου; Η άρνηση του να δεχτεί τον χωρισμό τους και η κτητικότητα που εξέφραζε, στην ως τότε, σχέση του με την γυναίκα εκείνη; Αυτά τα ζητήματα φαίνεται να προβλημάτισαν, από την αρχή, την αστυνομία, τις τηλεοπτικές εκπομπές και ολόκληρη την πολιτεία που, πλέον, δεν ξέρει πώς να τα χειριστεί.
Η κοινωνία παραμένει θεατής σε ένα γνώριμο «έργο» που σκορπά θλίψη, οργή και απογοήτευση για τα ζωώδη ένστικτα του ανθρώπινου γένους, τα οποία οδηγούν σε τραγωδίες, χωρίς τέλος.
Από το ειδικό στο γενικό: Η κοινωνική παθογένεια του φθόνου μέσα από τα «μάτια» των επιστημόνων
Ο σπουδαίος ψυχαναλυτής John Bowlby μίλησε για την θεωρία της προσκόλλησης, σύμφωνα με την οποία το παιδί μεγαλώνοντας στο οικογενειακό του περιβάλλον πλάθει την προσωπικότητα και τα μοτίβα συμπεριφοράς του βάσει των σχέσεων που αναπτύσσει με τους γονείς ή τους κηδεμόνες του. Μαθαίνει να δένεται μαζί τους, να νιώθει ασφάλεια και να εμπιστεύεται. Σε περίπτωση που ο γονιός δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμος ή είναι συναισθηματικά ανάπηρος ή δεν θέλει να προσφέρει αγάπη προς το παιδί του ,του προκαλεί εσωτερικευμένα τραύματα προσκόλλησης. Πράγμα που σημαίνει πως το ενήλικο, πλέον, άτομο είναι πιθανό να αισθάνεται δυσκολία εμπιστοσύνης και ανασφάλεια στις σχέσεις της μετέπειτα ζωής του και να εμφανίζει εξάρσεις ζήλιας σε αυτές.
Αν μελετήσουμε εκτενέστερα την ζήλια(ψυχαναλυτικά) θα παρατηρήσουμε ότι ξεκινά από την βρεφική, κιόλας, ηλικία που το νεογνό αποζητά συνεχώς την σημασία και την αγάπη της μητέρας του, η οποία βλέπει ότι διαμοιράζεται.
Έτσι, του περνά υποσυνείδητα ότι δεν κατέχει την αποκλειστικότητα της και έχοντας αυτό το δεδομένο, μπορεί να επηρεαστεί μελλοντικά, αφήνοντας στο άτομο κατάλοιπα φθόνου.
Ο πασίγνωστος ψυχίατρος Freud Sigmund για την παθολογική/εμμονική ζήλια(obsessive jealousy) που εξετάζουμε, είχε αναφέρει ότι έχει άμεση σχέση με τον έντονο φόβο για την απιστία και επαναφέρει στον ζηλότυπο παρελθοντικές τραυματικές του εμπειρίες. Ενώ, πολλές φορές, αντανακλά συμπεριφορές που καλλιεργήθηκαν κατά τα παιδικά χρόνια του και επαναλαμβάνονται από τον ίδιο στη διάρκεια της ενηλικιότητας του.
Ωστόσο, η παθολογική ζήλια (ή αλλιώς Σύνδρομο Οθέλλου) έχει απασχολήσει κοινωνιολογικά, σημαντικούς επιστήμονες του κλάδου. Ένας εξ ’αυτών ήταν ο Max Weber όπου στην θεώρηση του ανέλυε την νοσηρή ζήλια, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην επιρροή των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Πιο συγκεκριμένα, πυρήνας της ιδεολογίας του ήταν ότι η παθολογική ζήλια ξεπροβάλλει μέσω της κυριαρχικής τάσης του Α προς τον Β σε μια σχέση(κυρίως του άνδρα προς την γυναίκα) και αυτό εξαιτίας της κοινωνικής ανισότητας των φύλων.
Η ανάγκη κατοχής και τα «μαθήματα» πατριαρχίας:
Ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνικούς επιστήμονες και φιλοσόφους της Γαλλίας, ο Pierre Bourdieu, επιχείρησε να αναλύσει την έννοια της παθολογικής ζήλιας ως αποτέλεσμα του κοινωνικού habitus (ή έξης), αλλά και της συμβολικής βίας που εκδηλώνεται μέσα στις κοινωνικές σχέσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νοσηρή μορφή της ζήλιας μπορεί να ιδωθεί ως προϊόν κοινωνικών ανισοτήτων και στερεοτυπικών αντιλήψεων περί κατοχής και ιδιοκτησίας, οι οποίες διαμορφώνονται και αναπαράγονται μέσα από τις κοινωνικές νόρμες.
Αυτό το φαινόμενο συχνά έχει αρνητικές επιπτώσεις, καθώς οι άνδρες μπορεί να αντιλαμβάνονται τις γυναίκες μέσα από ένα πλαίσιο «ιδιοκτησίας» και να εκδηλώνουν μορφές ζήλιας (άμεσες ή έμμεσες) ως μέσο διατήρησης μιας κοινωνικά καλλιεργημένης εικόνας ισχύος και κύρους — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ελέγχου απέναντι στο γυναικείο φύλο.
Εύλογα θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: μήπως πίσω από αυτή τη νοσηρή ζήλια κρύβεται το πρόσωπο της πατριαρχίας; Η απάντηση φαίνεται να είναι καταφατική. Η βία και τα εγκλήματα που στρέφονται εναντίον γυναικών —αλλά και ανθρώπων του περιβάλλοντός τους— αποτελούν συχνά την ακραία έκφραση των παγιωμένων αντιλήψεων και αξιών που συντηρεί το πατριαρχικό σύστημα. Τα εγκλήματα αυτά δεν είναι, όπως συχνά αποκαλούνται, «εγκλήματα πάθους», αλλά μάλλον εγκλήματα εξουσίας.
Η πατριαρχία τείνει να αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως προέκταση του άνδρα, στερώντας της συμβολικά (και ενίοτε κυριολεκτικά) την αυτονομία και την ελεύθερη βούληση. Όταν μια γυναίκα αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον σύντροφο ή σύζυγό της, να χωρίσει ή να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, ο άνδρας που εμφορείται από αντιλήψεις ελέγχου και κατοχής ενδέχεται να αντιδράσει βίαια, προσπαθώντας να «επανακτήσει» αυτό που θεωρεί δικό του — φαινόμενο που έχει καταγραφεί και σε υποθέσεις όπως εκείνη της Δροσιάς.
Common defense strategy: Μία κοινή νομική τακτική που παρατηρείται συχνά σε εγκλήματα αυτού του είδους είναι η παρουσίαση ψευδούς άλλοθι. Στην απόπειρα δολοφονίας της Δροσιάς, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε προβλήματα ψυχικής υγείας, ζητώντας μάλιστα ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη — ισχυρισμός που, ωστόσο, δεν φαίνεται να έπεισε το δικαστήριο.
Η επιστήμη της εγκληματολογίας και της ψυχιατρικής επισημαίνει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι δράστες προσποιούνται ψυχική ευαλωτότητα ή ασθένεια προκειμένου να τύχουν ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης και ελαφρυντικών. Στην πραγματικότητα, μόνο ένα μικρό ποσοστό των δραστών πάσχει από σοβαρές ψυχικές διαταραχές· έρευνες στην Ελλάδα δείχνουν ότι περίπου το 2% των δολοφόνων πληροί πράγματι τα κριτήρια μιας τέτοιας διάγνωσης.
Ποιο το συμπέρασμα που αναδύεται από τις υποθέσεις εγκλημάτων εξουσίας;
Λαμβάνοντας υπόψιν την απόπειρα ανθρωποκτονίας στην Δροσιά ,όπως και πανομοιότυπες περιπτώσεις, είναι διακριτό ότι συναντάμε μεγάλο ποσοστό τοξικής αρρενωπότητας (toxic masculinity) και ανδροπρέπειας, φαινόμενα που μαστίζουν σε αρκετές κοινωνίες και δει στην Ελλάδα ,όπου υπάρχει ελλιπής εφαρμογή νόμων, αδυναμία επιβολής των κατάλληλων ποινών και γενικότερο πνεύμα ατιμωρησίας.
Έχοντας τα παραπάνω ως δεδομένα, τα εγκλήματα κατά της ανθρώπινης ύπαρξης αντί να φθίνουν πληθαίνουν και δυστυχώς οι επιθετικές ενέργειες των θυτών ενισχύονται κατακόρυφα.
Άρα, το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το νομικό σύστημα οφείλει να βελτιωθεί, περισσότερο για την συναισθηματική ανακούφιση των θυμάτων. Εν τούτοις ,το συγκεκριμένο ζήτημα είναι σύνθετο και πολυεπίπεδο. Αρχικώς, θα πρέπει να σταματήσουν οι δικαστικές καθυστερήσεις και αναβολές. Όσο το δυνατόν πιο άμεσα βρει και νομικά το δίκιο του το εκάστοτε θύμα, τόσο πιο γρήγορα θα νιώσει ελεύθερο και ότι δεν απειλείται πια από τον θύτη του. Δεύτερον, είναι απολύτως απαραίτητη η σοβαρότητα των νόμων και η ενίσχυση ή αναθεώρηση τους, όπως και η τήρηση των υπαρχόντων (λόγου χάρη τα ισόβια να παραμένουν ισόβια εκεί που απαιτείται),ώστε να μην ξανά κινδυνέψουν τα θύματα και να τους αποδοθεί δικαιοσύνη.
Ωστόσο, πέραν των πρακτικών ζητημάτων που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης, αυτό που πρωτεύει ,όπως περίτρανα απέδειξε και η πρόσφατη υπόθεση στην Δροσιά, είναι η επανεκτίμηση των ανθρώπων και των ερωτικών σχέσεων που δημιουργούμε. Είναι σημαντικό, εξαρχής, μπαίνοντας σε μια κατάσταση με έναν άνθρωπο να προσδιορίζουμε τα όρια μας, τα θέλω και τις ανάγκες μας όπως και να τονίζουμε το «όχι» όταν δεν επιθυμούμε να πράξουμε κάτι.
Πρέπει να κατονομάζουμε την ζήλια και τον ναρκισσισμό που ενίοτε την προκαλεί. Οφείλουμε, επιπλέον, ζώντας σε μια κοινωνία που πρεσβεύει την εξέλιξη και την ισότητα όλων ανεξαιρέτως να καταρρίψουμε τα στερεότυπα των περασμένων γενεών. Καθώς και να μπορούμε να μιλάμε ανοιχτά για το δικαίωμα του άλλου (είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα) να έχει την δυνατότητα να φύγει από μια περιοριστική και καταπιεστική σχέση, χωρίς να εκφοβίζεται και να απειλείται για την ζωή του.
Τέτοιου είδους εγκληματικές δράσεις μάς δείχνουν για ακόμα μια φορά ότι ο έρωτας και η αγάπη δεν συνεπάγεται συνεξάρτηση και καταναγκασμό. Χωρίς την προαπαιτούμενη συναισθηματική νοημοσύνη, ανθρωπιά, ωριμότητα και ενσυναίσθηση και από τις δύο πλευρές μπορεί μια σχέση ή ένας χωρισμός να έχει καταστροφικές συνέπειες και να οδηγήσει σε ανθρώπινο δράμα.
Όσο ο έλεγχος και το σαμποτάζ της ζήλιας δεν παύει να είθισται ,ως «έκφραση αγάπης» και αντιμετωπίζεται σαν κάτι το «φυσιολογικό» στις κοινωνίες, τόσο τα όρια ανάμεσα στην αγάπη και την κακοποίηση θα παραμένουν μη διακριτά και η επικινδυνότητα ολοένα και θα αυξάνεται.
Πηγές:
Bowlby,J.(1980). Attachment and Loss :Vol 3.Loss:Sadness and Depression. Basic books.
Cassidy.J.,& Shaver,P.R, (2016) Handbook of Attachment:Theory,Research,and Clinical Applications (3rd ed.) New York :Guilford Press.
Freud,S.(1910).Leonardo da Vinci and a Memory of His Childhood.
Weber,M.(1922).Economy and Society:An outline of Interpretive Sociology.
Bourdieu,P.(1977).Outline of a Theory of Practise.Cambridge University Press.
Μυλωνόπουλος ,Κ.Δ.(2019) .Ποινικό Δίκαιο -Γενικό μέρος Ι: Έννοια και θεμέλια του εγκλήματος.Εκδοσεις Σάκκουλα.